......Τέλος η νεόνυμφη έφτασε στον πύργο του αγαπημένου της. Τον βρήκε κλειδαμπαρωμένο. Χτύπησε αλλά εκείνος δεν της άνοιξε. Δεν της άνοιξε γιατί είχε γυμνώσει πια το σπαθί του κι ήταν έτοιμος να το βυθίσει στο στήθος του.
Η νέα που την έπνιγε η αγωνία, ούτε τον φώναξε, ούτε έβγαλε απελπισμένες κραυγές. Μόνο τα πυκνά της δάκρυα έτρεχαν θερμά. Και τότε ο νέος άκουσε πίσω από την χοντρή δρύινη πόρτα τους λυγμούς της. Κι έτρεξε ν' ανοίξει την πόρτα.
Τότε εκείνη στέκει γεμάτη πόνο μπροστά του με τα χέρια της ενωμένα, και του λέει ότι αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν άλλον, γιατί φορτικά πιέστηκε από τον πατέρα της.
Ο νέος, όταν είδε ότι η αγαπημένη του δεν καταπάτησε τον όρκο της κι ότι πραγματικά τον αγαπούσε, της υποσχέθηκε ότι δεν θα σκοτωθεί.
Εκείνη δεν κρατήθηκε. Έπεσε την αγκαλιά του κι αύτος τη φίλησε στοργικά, κι οι δυό τους δοκίμασαν σε μια μόνο στιγμή τόση μεγάλη χαρά και τόσο μεγάλο πόνο, όσο μπορεί να βαστάξει μια ανθρώπινη καρδιά.
Μετά της είπε:
- Τώρα θα πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου, γιατί ανήκεις σ' έναν άλλο.
Κι εκείνη του απάντησε:
- Νομίζεις πως θα βρω τη δύναμη να σ΄αποχωριστώ;
Ο ιππότης που την υπεραγαπούσε, αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά της και της είπε:
- Δεν θα προσβάλω ποτέ αυτόν που σε άφησε να έρθεις κοντά μου.
Κατόπιν σέλωσε δύο άλογα κι οδήγησε τη νέα στο πατρικό της σπίτι.
Συνεχίζεται..........
