.....Η νεόνυμφη διέσχισε ολομόναχη το μεγάλο δάσος, γιατί ήθελε να φτάσει χωρίς συνοδεία κοντά στον αγαπημένο της, όπως πάει κανείς στο παρεκκλήσιο της Παρθένου, όταν διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Αλλά στο δάσος κατοικούσε ένας φυγάς, που ζούσε με τη ληστεία.
Είδε τη νεόνυμφη να προχωρεί. Είδε ότι φορούσε ένα χρυσό στέμμα, δαχτυλίδια στα χέρια της, μια βαριά χρυσή αλυσίδα γύρω στη μέση της, και μαργαριτάρια γύρω από το λαιμό της. Ο ληστής σκέφτηκε: "Να μια ανυπεράσπιτη γυναίκα. Θα μπορέσω πολύ εύκολα, ν' αποκτήσω όλα αυτά τα κοσμήματα, που θα με βοηθούσαν να πάω σε μια άλλη χώρα, όπου θα είμουν ένας καθώς πρέπει κύριος, κι όπου θ' άλλαζα τρόπο ζωής. Θα ζήσω πια σαν τίμιος άνθρωπος κι εγώ".
Αλλά όταν η νεόνυμφη πέρασε από κοντά του, και είδε το πρόσωπό της, όλες οι κακές σκέψεις σκορπίστηκαν, γιατί ο Θεός στάλαξε στην ψυχή του συμπόνια. Κι ο ληστής είπε μέσα του: "Δεν πρέπει να της κάνω κακό: είναι παντρεμένη γυναίκα. Πως θα μπορούσα τάχα να την αφήσω να επιστρέψει γυμνή στο νυφικό κρεβάτι;". Και φοβήθηκε το Θεό που έπλασε τη γυναίκα τόσο αδύναμη, μα και τόσο ισχυρή. Και την άφησε να συνεχίσει το δρόμο της.
Μέσα στο ίδιο δάσος ζούσε επίσης ένας ερημίτης. Άγιος άνθρωπος. Καταπονούσε το σώμα του με το να μην κοιμάται παρά μόνο μια μέρα την εβδομάδα. Κι αν τύχαινε να μην μπορεί να αναπαυθεί την ορισμένη μέρα, για ένα οποιαδήποτε λόγο, τότε επέβαλε τον εαυτό του μια νέα ξαγρυπνία άλλων έξι ημερών. Δεν παρέβαινε ποτέ αυτή την τακτική του. Εκείνη την έβδομη ημέρα, ημέρα της ανάπαυσής του,ο ήλιος κόντευε να δύσει κι ο ερημίτης δεν είχε καθόλου αναπαυθεί ακόμη, γιατί τον επισκέφτηκαν μερικοί άρρωστοι για να τους γιατρέψει. Όταν λοιπόν κατόρθωσε να τους διώξει, κι ετοιμαζόταν να πλαγιάσει, διέκρινε ξαφνικά τη νεόνυμφη που έτρεχε μέσα στο πυκνό δάσος. Κι ο ερημίτης τότε σκέφτηκε: " Πως θα μπορέσει αυτή η γυναίκα, που φαίνεται τόσο βιαστική, να διασχίσει το ποτάμι, που από τις τελευταίες βροχές φούσκωσε κι έγινε ένας επικύνδυνος ερμητικός χείμαρρος;" Σηκώθηκε από το στρώμα του, που ήταν φτιαγμένο από φύλλα δένδρων, κι ακολούθησε τη νέα μέχρι το ποτάμι. Έπειτα την πήρε στους ώμους του και την οδήγησε στην αντικρυνή όχθη, περνώντας από τ' ανάβαθα νερά. Μετά επέστρεψε στην καλύβα του, κι επειδή είχε περάσει πια η ώρα της ανάπαυσης του, αναγκάστηκε να ξαγρυπνήσει άλλες έξι μέρες κι έξι νύχτες, εξ' αιτίας μιας ξένης γυναίκας. Όμως, δε μετάνοιωσε καθόλου γι' αυτό, γιατί το πρόσωπό της αντανακλούσε τόση γαλήνη και ομορφιά, ώστε όλοι όσοι την έβλεπαν, ήταν ευτυχισμένοι αν τους δινόταν η ευκαιρία να στερηθούν κάτι για χάρης της.
Συνεχίζεται....
