......Η ημέρα του γάμου έφτασε. Η κόρη του ιππότη την υποδέχτηκε με μάτια βουρκωμένα. Αλλά στο δρόμο προς την εκκλησία τα μάτια της σταμάτησαν πια να τρέχουν. Ο πόνος άφησε τα ίχνη του επάνω στο πρόσωπό της, κι όλος κόσμος αισθανόταν οίκτο στ' αντίκρυσμά της.
Ο άρχοντας πατέρας της κατάλαβε τότε πως η οδύνη ήταν εκείνη που παραμόρφωσε το πρόσωπό της κόρης του, κι ένιωσε τύψεις για την κακή του πράξη. Όταν γύρισαν από την εκκλησία την κάλεσε κοντά του και της είπε:
- Αγαπητό μου παιδί, σου φέρθηκα πολύ άσχημα.
Και παρ΄όλο που ήταν άνθρωπος πολύ περήφανος της εκμυστηρεύτηκε ότι έκλεψε το γράμμα της. Φοβήθηκε, της είπε, μήπως ο αγαπημένος της, μαθαίνοντας την ημέρα του γάμου της, ερχόταν με τους ακολούθους του για να την κλέψει.
Εκείνη, αφού τον άκουσε, του απάντησε:
- Ας σας καταλογισθεί, πατέρα μου, σαν ελαφρυντικό το γεγονός ότι δεν νιώσατε το κακό που προξενήσατε.
Και βγήκε μόνη της στο μπαλκόνι.
Ύστερα από λίγο ήρθε και τη συνάντησε εκεόι ο άντρας της.
- Αγαπητή μου, της είπε, γιατί μια τόσο μεγάλη απελπισία είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου;
Και η νεόνυμφη του απάντησε:
- Γιατί αγαπώ κάποιον στον οποίο έδωσα όρκο πίστης κι' αφοσίωσης.
Εκείνος είπε τότε:
- Δεν πρέπει καθόλου να απελπίζεσαι που έγινες γυναίκα μου. Νιώθω για σένα τόση αγάπη, που νομίζω ότι κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να σ'αγαπήσει περισσότερο και να σε κάνει τόση ευτυχισμένη, όσο θα σε κάνω εγώ.
- Έτσι σκέφτονται όλοι όσοι αγαπούν, απάνησε μελαγχολικά η νέα.
- Πες μου μόνο αυτό που πρέπει να κάνω για να διώξω την απελπισία από την καρδιά σου, της είπε, και θα σου αποδείξω πως πράγματι, αυτή είναι η αλήθεια.....
Ο άρχοντας πατέρας της κατάλαβε τότε πως η οδύνη ήταν εκείνη που παραμόρφωσε το πρόσωπό της κόρης του, κι ένιωσε τύψεις για την κακή του πράξη. Όταν γύρισαν από την εκκλησία την κάλεσε κοντά του και της είπε:
- Αγαπητό μου παιδί, σου φέρθηκα πολύ άσχημα.
Και παρ΄όλο που ήταν άνθρωπος πολύ περήφανος της εκμυστηρεύτηκε ότι έκλεψε το γράμμα της. Φοβήθηκε, της είπε, μήπως ο αγαπημένος της, μαθαίνοντας την ημέρα του γάμου της, ερχόταν με τους ακολούθους του για να την κλέψει.
Εκείνη, αφού τον άκουσε, του απάντησε:
- Ας σας καταλογισθεί, πατέρα μου, σαν ελαφρυντικό το γεγονός ότι δεν νιώσατε το κακό που προξενήσατε.
Και βγήκε μόνη της στο μπαλκόνι.
Ύστερα από λίγο ήρθε και τη συνάντησε εκεόι ο άντρας της.
- Αγαπητή μου, της είπε, γιατί μια τόσο μεγάλη απελπισία είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου;
Και η νεόνυμφη του απάντησε:
- Γιατί αγαπώ κάποιον στον οποίο έδωσα όρκο πίστης κι' αφοσίωσης.
Εκείνος είπε τότε:
- Δεν πρέπει καθόλου να απελπίζεσαι που έγινες γυναίκα μου. Νιώθω για σένα τόση αγάπη, που νομίζω ότι κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να σ'αγαπήσει περισσότερο και να σε κάνει τόση ευτυχισμένη, όσο θα σε κάνω εγώ.
- Έτσι σκέφτονται όλοι όσοι αγαπούν, απάνησε μελαγχολικά η νέα.
- Πες μου μόνο αυτό που πρέπει να κάνω για να διώξω την απελπισία από την καρδιά σου, της είπε, και θα σου αποδείξω πως πράγματι, αυτή είναι η αλήθεια.....
Συνεχίζεται....
