…Περι νηψεωσ
...Ο Χριστός δηλαδή είναι και η πορεία σου και ο δρόμος σου και το τέλος της πορείας σου, τα πάντα. Όταν λοιπόν νήφης και λες την ευχή, τότε ακολουθείς τον Χριστόν, ακόμη και αν δεν θέλης. Εκείνος βέβαια σου ανοίγει τον δρόμο, εν τούτοις είσαι και συ μαζί του, έστω και αν βλέπης μόνον τον εαυτό σου. Οδός του λογικού, σημαίνει: αποφεύγω τους λογισμούς και έχω το λογιστικό μου στραμμένο προς τον Θεόν. Αξίζει να καρφώσωμε το λογιστικό μας στον Θεόν, και αυτό θα μας βγάλη στον ουρανό χωρίς καμιά δυσκολία.
Τι τιμή μας έκανε ο Θεός! Με πόση αγάπη μας περιβάλλει! Πώς είναι συνεχώς σκλάβος μας! Πώς ανοίγει τα ουράνια σε μας τα σκουλήκια! Και το σκουλήκι δεν βλέπει πιο πέρα από τον εαυτό του, ενώ εμείς βλέπομε ακόμη και τον ουρανό. Ποιος μπορεί να τα χαρίση αυτά; Μόνον ένας Θεός! Ας τα απολαύσωμε λοιπόν, αφού γι’ αυτό εξήλθαμε στην έρημο και εισήλθαμε στο σπήλαιο.
Αλλά πολλές φορές τι παθαίνομε; Θεωρούμε την αορασία του Θεού ως τεκμήριο αποτυχίας της πνευματικής ζωής μας, ενώ αυτό είναι ψέμα. Μόνον ο εγωιστής, ο κενόδοξος, ο μειονεκτικός, ο αρρωστημένος, ο υπερήφανος, ο μη αγαπών τον Θεόν σκέπτεται έτσι. Διότι, για σκέψου κάποιον που η γυναίκα του πήγε σε άλλη πόλι, και εκείνος λέγει: Δεν την βλέπω την γυναίκα μου τώρα, ας πάω με άλλες. Την αγαπάει τότε την γυναίκα του; Όχι. Ένας άλλος όμως που την αγαπάει, πεθαίνει η γυναίκα του και αυτός δεν ξαναπαντρεύεται. Η Εκκλησία επιτρέπει βέβαια και δεύτερο γάμο, αλλά τον ονομάζει ευπρεπή μοιχεία, διότι μια μόνον γυναίκα αρμόζει σε κάθε άνδρα. Για
μας δε, είναι η Εκκλησία, ο Χριστός. Δεν μπορούμε δηλαδή, επειδή δεν βλέπομε τον Χριστόν, να επιθυμούμε κάτι άλλο.
Στην πραγματικότητα, η αορασία του Θεού είναι η προάσπισις μας, η ασφάλεια μας, η προϋπόθεσις για να καλλιεργήσωμε τα πνευματικά οπτικά μας αισθητήρια, ώστε να μάθουν να βλέπουν τον αόρατον Θεόν ως ορατόν και ορώμενον. Ας μην μπερδευώμαστε. Μόνον καρδιές που δεν αγαπούν, αλλά σκέπτονται τον εαυτό τους, ζητούν να δουν τον Θεόν, να επιβεβαιώσουν την παρουσία Του. Η επιβεβαίωσις όμως της παρουσίας του Θεού έγινε με τον θάνατο και την ανάστασι του Χριστού, με το σημείο του Ιωνά . Πίστευσε λοιπόν και συ στον θάνατο του εγώ σου, για να ζήσης την ανάστασι. Ο θάνατός σου θα σου δώση την απόδειξι της παρουσίας του Θεού, την δυνατότητα να βλέπης τον Θεόν.
Επομένως, όποιος πέθανε κατά την διάθεσι και δεν ζητάει την όρασι του Θεού, αυτός ζη κατά Χριστόν. Όποιος δεν θέλει να πεθάνη, αλλά θέλει απλώς να καυχάται και να είναι ο ίδιος θεός, αυτός μόνον ζητάει την όρασι του Θεού• αλλά αν τυχόν την λάβη, θα πεθάνη. Εάν δηλαδή ο Θεός ανταποκριθή στην περιέργεια μας, στην μικροπρέπειά μας, στην κενοδοξία μας, δεν θα μας δώση αυτό που μας συμφέρει, αλλά τον θάνατο.
Εκείνος όμως που δεν ζητάει την όρασι του Θεού, θα έχη άραγε καρπούς του Αγίου Πνεύματος; Βεβαίως θα έχη, εάν ζη ασκώντας την νήψι. Τότε όλα θα έρθουν από μόνα τους. Αλλά χρειάζεται και η σχέσις με τον Γέροντά του να είναι πραγματική. Ας αναφέρωμε ένα παράδειγμα.
Κάποιος είναι άρρωστος και ταξιδεύει στην Αμερική για να βρή την υγεία του. Φθάνει εκεί, τελικώς όμως δεν ασχολείται με την υγεία του αλλά με πολλά άλλα. Δεν περιγράφει δηλαδή στον γιατρό την εξέλιξι της αρρώστιας του, δεν δείχνει διάθεσι να εφαρμόση ό,τι του
πη. Δεν ήταν κρίμα το υπερπόντιο ταξίδι που έκανε; Επιστρέφοντας εν συνεχεία στην πατρίδα του χωρίς καλή υγεία, μπορεί να συζητά για πολλά ωραία πράγματα που είδε στην ξένη χώρα, για τις ανέσεις που υπάρχουν εκεί, αλλά αφού δεν ανέκτησε την υγεία του, τι κέρδισε;
Το ίδιο παθαίνομε και εμείς όταν πάμε στον Γέροντα και δεν ζητάμε τον Θεόν, δεν κυνηγάμε τον Θεόν, δεν υπομένομε τον Θεό. Αν ζητάμε άλλα πράγματα, άδικα πάμε στον Γέροντα. Ο άνθρωπος πού ζητάει τον Θεόν και τον υπομένει, είναι πάντα ήρεμος και γαλήνιος, είναι πάντα ωραιότατος• και στον πόνο και στην ατυχία και στον κατατρεγμό και στην αδυναμία και στην λήθη, παντού.
Ας πηγαίνωμε λοιπόν στον Γέροντα πραγματικά για τον Θεόν• να μιλήσωμε για τον Θεόν, να του πούμε τι κάναμε, ποια ήταν η υπομονή μας ενώπιον του Θεού, να του εκφράσωμε την χαρά μας για την αγάπη του Θεού.
Αλλά τι σημαίνει υπομονή στην καθημερινή μας ζωή;
«Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον», λέγει ο Ψαλμωδός. Εάν είχαμε κάποιον πόνο, και τον πούμε στον Γέροντα, δεν μιλάμε για την υπομονή μας. Εάν κάναμε εγχείρησι και πάλι πονάμε και του το αναφέρωμε, πάλι δεν μιλάμε για την υπομονή μας. Τότε, γιατί τα λέμε αυτά; Για να δείξωμε ότι ο πόνος μας θυμίζει αυτή την ψεύτικη ζωή και ότι τίποτε δεν είναι αληθινό παρά μόνον ο Θεός; Αν ναι, καλώς· αν όμως όχι, γιατί του το ανακοινώνομε;
Άλλο παράδειγμα: είσαι παντρεμένος και λες στον Γέροντά σου: Η γυναίκα μου με απατά. Έχω αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό γιατί το λες; Για να δείξης την υπομονή σου στον Θεό; Εάν ναι τότε πες: Θεέ μου, αυτή τη σύζυγο που έχω την ανέχομαι, όπως έκαναν οι άγιοι σου και οι προφήτες· δεν θέλω να υπερασπισθώ τον εαυτό μου. Να ξέρετε ότι πάντα έχει σημασία τι ζητάμε, ποιόν υπομένομε και ποιόν έχομε μπροστά μας...
Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου: «Λόγος Περί Νήψεως»
