
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ
Πρώτα σηκωνόταν εκείνη, πρωί αξημέρωτα, άναβε φωτιά κι έφτιαχνε λίγο τσάι. Αργότερα, όταν δεν υπήρχε πια τσάι, πήγαινε και μάζευε από τα χωράφια φλυσκούνι. Όταν δεν της βρισκόταν και το φλυσκούνι, ζέσταινε σε με κούπα νερό, το γλύκαινε λίγο με μια πρεζόυλα ζάχαρη και το 'πινε. Ύστερα φόραγε ένα παλιό φουστάνι: από πανί χοντρό κι άγριο και πήγαινε να ετοιμάσει τα εργαλεία και το άλογο. Όταν ο Βαγγέλης έβγαινε στην αυλή, έβρισκε τη Σοφία έτοιμη να τον περιμένει, άλλοτε με μια τσάπα στον ώμο, άλλοτε με την αξίνα ή ανεβασμένη στο κάρο με τα ηνία στο χέρι.
Την πρώτη φορά που την βρήκε έτσι, της είπε πως ήτανε νροπή πράμα να τους δούνε οι χωριανοί, να πούνε πως ο Βαγγέλης παίρνει τη γυναίκα του στο χωράφι και τη βάζει να δουλεύει σαν σκλάβα. Η Σοφία ανασήκωσε τους ώμους, έδειξε τις χορταριασμένες αυλές, τα εγκαταλειμμένα σπίτια, τις θεόκλειστες πόρτες και τα παράθυρα που αργοσάπιζαν κι έγερναν πάνω στα στροφύλια τους σαν τσακισμένες φτερούγες: "Να ποια είναι η αληθινή ντροπή", αποκρίθηκε.
Μετά συνήθισε να την βλέπει πλάι του, έτσι, μέσα στο κάρο, στο δρόμο με τα εργαλεία στον ώμο, στο χωράφι, να χώνεται μέχρι το γόνατο στην οργωμένη γη, στην λάσπη σαν να πότιζαν, να δουλεύει: τον σβανά, το δρεπάνι, την αξίνα. Τίποτα δεν την συγκρατούσε, τίποτα δεν τη λύγιζε η βροχή, το λιοπύρι, το κρύο και το χαλάζι ερχόντουσαν και την έβρισκαν όρθια, έφευγαν, και πάλι: όρθια ήταν, βρεγμένη μέχρι το κόκαλο ή με τον ιδρώτα να τρέχει μπουργάνα. Στρεφόταν, κοίταζε τον Βαγγέλη που δούλευε πλάι της και του 'λεγε: "Μπρος, ακόμα λίγο και θα κάτσουμε να φάμε". Έβρισκαν ένα δέντρο ή προστατευόντουσαν από του κάρου τον όγκο, μοιραζόντουσαν μια πατάτα ή λίγες ελιές, έπιναν από το παγούρι τους μια γουλιά νεό και πάλι ξανάρχιζαν. Πολλές φορές, μέσα στην άγρια νύχτα, οι χωριάτες ξεδιάκριναν ένα φως να τρέμει και να προχωράει, να στέκεται για λίγο κι ύστερα πάλι να παίρνει φόρα, άκουγαν κι ένα αλογοκούδουνο που και που να ντιντινίζει: "Είναι ο Βαγγέλης με τη Σοφία", έλεγαν, "η μέρα δεν τους φτάνει, παλεύουν με τη γη και τη νύχτα".
Την δούλεαν τη λιγοστή της γη, πιο βαθιά, πιο λυσσασμένα, τα εργαλεία τους άναβαν, τ' άλογο κουραζόταν μα όχι εκείνοι. Έφτιαξαν μια καλύβα στην άκρη του χωραφιού, κι όσο δεν έβρεχε, όσο δε φυσούσε, έπεφταν και κοιμόντουσαν πάνω στο χώμα, κουκουλωνόντουσαν μ' ένα χράμι και μόλις το πρώτο φως της ημέρας της ημέρας γλίστραγε από της καλύβας τα καλάμια, έβρισκε της Σοφίας τα μαλλιά ανακατωμένα με του Βαγγέλη τα γένια - άγρια, γεμάτα χωμά, σα ντοροβάτες που' χαν σμίξει η μιά με την άλλη στην άκρη ενός έρημου δρόμου. Ύστερα, σαν έβγαινε ο ήλιος, ήτανε κιόλας όρθιοι, στη μέση του χωραφιού, στην αρχή τα πουλιά τους περνούσαν για δέντρα και δεν τους φοβόντουσαν, μα σαν τους έβλεπαν να σκύβουν, ν' αρπάζουν τ΄αξίνια και ν΄αρχίζουνε τη δουλειά, τρόμαζαν, έπαιρναν φτερό, πήγαιναν μακριά και τους κοίταζαν αποσβολωμένα.
Μια μέρα, εκεί που όργωναν, τ΄άλογο χτύπησε το ποδάρι του σε μια κρυφή πέτρα, πληγώθηκε άσχημα. Φώναξαν τον αλμπάνη να το κοιτάξει, και κείνος τους είπε ότι έπρεπε να περάσει μήνας κι ύστερα το ζωντανό να ξαναπιάσει μεροκάματο. Λυπήθηκαν τ΄άλογο, λυπήθηκαν τον κόπο τους, αλλά ακόμα πιο πολύ για το μισοσκαμμένο χωράφι και για τα δυο τσουβάλια σπόρο που ΄χαν αγορασμένο με χίλιες στερήσεις. Πήγαν να δανειστούν άλογο, μα κανείς δεν τους έδινε, λίγα τα ζωντανά που ΄χαν απομείνει στο χωριό, καιρός της σποράς, ο κάθε άνθρωπος κοίταζε τις δικές του ανάγκες κι όχι τις ξένες. Δοκίμασαν ύστερα να συνεχίσουν τ΄όργωμα με τ΄αξίνια, μα δε γινόταν, το σκάψιμο δεν ήταν βαθύ και η δουλειά δεν προχώραγε γρήγορα. Απελπίστηκαν, πήγαν και κάθισαν σε μιαν άκρη του χωραφιού με τη συφορά στην καρδιά τους, έτοιμοι να λυγίσουν, να τα παρατήσουν, να πάνε και να γυρέψουν δουλειά και φαϊ στους μεγαλοχτηματίες, στους πλούσιους.
Ένας χωριάτης που πέρναγε από κει, κάθισε και κουβέντιασε μαζί τους, τους παρηγόρησε:
- O Θεός, είπε. Θα σας λυπηθεί όπως λυπάται όλους τους ανθρώπους και θα σας βοηθήσει.
- Καλά θα ΄ταν να κατέβαινε και να ερχόταν να οργώσει, κορόιδεψε πικρά η Σοφία.
- Μην κολάζεσαι, κυρά, όλους τους βοηθάει ο Θεός, με τον τρόπο του.
Σε μια στιγμή, η Σοφία τον κοίταξε σα να ΄χε περάσει από το μυαλό της μια αλλόκοτη και σωτήρια σκέψη:
- Εσύ, ρώτησε, θέλεις να μας βοηθήσεις;
- Τί να σας κάμω εγώ ο έρημος; Είμαι φτωχός σαν κα σας, δεν έχω κι άλογο.
- Άλογο θα βρούμε, μη χολοσκάς, τα χέρια σου θέλουμε για ν΄αποτελειώσουμε τ΄όργωμα και να σπείρουμε. Και σου δίνω το λόγο μου, θα φας και συ από το ψωμί μας.
Δεν τον άφησε ν΄αποκριθεί. Τινάχτηκε πάνω κι έκανε νόημα του Βαγγέλη να την ακολουθήσει. Μπήκανε στο μισοργωμένο χωράφι, η Σοφία έβγαλε γρήγορα την λαιμαριά του αλόγου, ύστερα με το χράμι και με σανό προχειρόφτιαξε άλλη μία, την έδεσε καλά με σπάγκους και με σκοινιά, την πέρασε στο κορμί της και την δοκίμασε.
- Εμείς θα τραβήξουμε το ζευγάρι, είπε στον Βαγγέλη.
Οι δυο άντρες αποσβολώθηκαν, πάσχισαν να την μεταπείσουν, της είπαν πως θα της έπεφταν τα νεφρά, πως κινδύνευε να μείνει σακάτισσα, - δεν την ένοιαζε. Μόνο να τέλειωνε η δουλειά, να φυτευόταν το χωράφι, να μην πήγαινε χαμένος ο σπόρος, να ΄βγαινε και για κείνη τη χρονιά το ψωμί.
Είχε κιόλας ζωστεί την αυτοσχέδια λαιμαριά, την είχε δέσει με δυο τριχιές στο ζευγάρι και περίμενε τον Βαγγέλη. Εκείνος πέρασε του αλόγου τη λαιμαριά και τα χάμουρα στο δικό του κορμί και φώναξε του συγχωριανού που τους κοίταζε αποχαμένος να πιάσει τ΄αλέτρι και νάρχίσουν ζευγάρωμα.
Μερικοί από τους πιο παλιούς του χωριού θυμούνται καλά ακόμα και σήμερα την ιστορία του Βαγγέλη και της Σοφίας που ζεύτηκαν στην θέση του πληγωμένου αλόγου τους κι όργωσαν. Διηγούνται για τον ασταμάτητο μόχθο του πάφτωχου ζευγαριού, για την πείνα και την ανείπωτη στέρηση, για το κουρελιασμένο παλιοφούστανο της γυναίκας, για τα γυμνά της πόδια που τσαλαβουτούσαν στα νερά, χτυπούσαν στις πέτρες και μάτωναν. Και όλοι θυμούνται την καλαμένια καλύβα που ΄ταν στημένη σε μιαν άκρη του χωραφιού, για να μπορεί το αντρόγυνο να δουλέψει και τη νύχτα φέγγοντας μ΄ένα φανάρι.
"Βλέπαμε από μακριά ένα φως να προχωράει και να χάνεται μέσα στη νύχτα, νομίζαμε πως ήμασταν κοντά στη θάλασσα και κάποιος ψάρευε με πυροφάνι. Δεν ήταν όμως πυροφάνι, ήταν ο Βαγγέλης και η Σοφία που φώτιζαν τη γη και την έσκαβαν".
Όλοι τους συμπονούσαν για τα βάσανα που τους είχαν βρει, τους πήγαιναν να φάνε, ό,τι βρισκόταν:
"Λίγα πράματα, μια πατάτα, λίγες ελιές, ένα κομμάτι ψωμί, ό,τι περίσσευε. Τις περισσότερες φορές τ΄αρνιόντουσαν, έλεγαν πως δεν πεινούσαν. Ήταν περήφανοι άνθρωποι και δεν ήθελαν να τους ελεούμε".
Δεν ήταν μόνο από πόνεση και για έλεος. Τους έβλεπαν εκεί μέρα τη μέρα, νύχτα τη νύχτα, να παλεύουν μονάχοι, αβοήθητοι και να μην βαρυγκομούνε, να μη λυγίζουν, γιατί δεν ήθελαν να ταπεινωθούν, να προσπέσουν. Τους έβλεπαν οι συγχωριανοί και θυμόντουσαν καιρούς αλλοτινούς, ξεχασμένους, τους φάνταζαν σαν ξεπεσμένεες θεότητες της γης, του χωμάτου, και πάλευαν για να επιζήσουν σ΄΄εναν κόσμο όπου βασίλευαν άλλοι, καινούριοι θεοί, αλλά σ΄αυτούς δεν ήθελαν να πάνε και να τους απλώσουν το χέρι.
"Ύστερα τ΄άλογο τους πληγώθηκε, δε μπορούσε πια να δουλέψει. Άλλοι στη θέση τους θα ΄χαν απελπιστεί, θα τα ΄χαν παρατήσει. Εκείνοι όχι, άφησαν τ΄ άλογο να ξεκουραστεί και να γιάνει και ζεύτηκαν στη θέση του.... Δεν πιστεύαμε πως γίνεται να φορέσουν οι άνθρωποι λαιμαριές και χάμουρα, να τραβήξουν τ΄αλέτρι ".
Το ΄μαθαν σ΄όλο το χωριό, αλλά το πράμα διαδόθηκε ακόμα μακρύτερα. Όταν ο ήλιος έπεφτε, οι ξωμάχοι που ΄χαν τελειώσει το μεροκόπι πέρναγαν εξεπίτηδες από κείνο το μέρος για να δουν τον Βαγγέλη και τη Σοφία που όργωναν. Τους κοίταζαν, τους θαύμαζαν, έκαναν το σταυρό τους, μουσκεμένοι στον ιδρώτα, γεμάτοι χώμα, με σφιγμένα τα δόντια, έσκυβαν, τραβούσαν ο ένας πλάι στον άλλο. Το αλέτρι προχωρούσε αργά, δύσκολα, έβρισκε το υνί σε πέτρα και σταματούσε, μα ΄κείνοι τότε ζύγωναν ο ένας τον άλλο, πιανόντουσαν από τους ώμους, το κουράγιο κι η δύναμη τους μεγάλωναν και με μιαν απότομη κίνηση ξερίζωναν την πέτρα και συνέχιζαν.
"Χρειάστηκαν κάμποσες μέρες για να μπορέσουν ν΄ αποτελειώσουν, μα όταν όργωσαν και γύρισαν σπίτι τους, τα σκοινιά και οι λαιμαριές τους είχαν ανοίξει πληγές, τα ρούχα τους ήτανε γινομένα κουρέλια... Μια Κυριακή ήρθαν στην εκκλησία και λειτουργήθηκαν, ανησπάστηκαν τις εικόνες και κοινώνησαν, τους βλέπαμε που ΄κλαίγαν".
Πως να μην κλάψουν... Για μιαν ακόμα χρονιά θα' χαν ψωμί, για μιαν ακόμα χρονιά δε θα άπλωναν το χέρι, δεν θα περίμεναν κείνον τον κιτρινιάρη υπάλληλο που ερχόταν κείνον που και που από την Αθήνα και μοίραζε την ελεημοσύνη του κράτους στους φτωχούς και στους άνεργους. Η αρχή είχε γίνει: Αποκεί και πέρα θα μπορούσαν ν' αντέξουν σ' όλες τις πείνες και τις δίψες του κόσμου. Θά 'στρωναν κάθε βράδυ το φτωχικό τους τραπέζι, ξέροντας καλά ότι ακόμα και τ' αποτελευταίο ψιχούλο του ψωμιού θα 'ταν δεμένο με τον κόπο τους, με τον ιδρώτα τους, η κάθε μπουκιά θα τους θύμιζε το χωράφι που' χαν οργώσει μονάχοι τους, ζεμένοι οι ίδιοι στ' αλέτρι.
"Η ιστορία μια χαμένης γης"
του Άρη Φακινου
